Βροντᾶν

Βρόντης
masc gen pl (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βροντᾶν — βρόντης masc gen pl (doric aeolic) βροντάω thunder pres part act masc voc sg (doric aeolic) βροντάω thunder pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) βροντάω thunder pres part act masc nom sg (doric aeolic) βροντᾶ̱ν , βροντάω thunder pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροντάν — βροντά̱ν , βροντή thunder fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • греметь — гремлю, укр. гримiти, блр. грымець, ст. слав. грьмѣти βροντᾶν, болг. грьмя, сербохорв. гр̀мљети, словен. grmeti, чеш. hřmiti, слвц. hrmet , польск. grzmiec, другая ступень вокализма: гром. Родственно лтш. gremt, gremju бормочу , лит. grumù,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • επικλάζω — ἐπικλάζω (Α) κάνω θόρυβο, κλαγγή, βροντώ («αἴσιον δ’ ἐπὶ οἱ... Ζεὺς πατὴρ ἔκλαγξε βροντάν», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κλάζω «κάνω θόρυβο, φωνάζω»] …   Dictionary of Greek

  • στυφάν — Α (κατά τον Ησύχ.) «βροντᾱν». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για παρλλ. τ. τού ρ. στυπάζω με δασύ σύμφωνο φ (για τη σημ. τού ρ. βλ. λ. στύπος [Ι])] …   Dictionary of Greek

  • στύπος — (I) το, ΝΑ, και τ. γεν. ους και ασυναίρ. τ. εος, Α νεοελλ. 1. ευθυτενής κορμός δέντρου, που μοιάζει ως προς το σχήμα με στύλο ο οποίος έχει στην κορυφή του έναν μόνο θύσανο βλαστών, όπως ο κορμός τού φοίνικα ή δενδρόμορφων ειδών φτέρης 2. ναυτ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.